Greek Wiktionary account
Source-reportedἈθηνᾶ < συνηρημένος τύπος του Ἀθηνάα, ή Ἀθηναία, άγνωστης ετυμολογίας. Συγγενές: Η λέξη συναντάται στις μυκηναϊκές πινακίδες της Γραμμικής Β ως 𐀀𐀲𐀙 (a-ta-na) 𐀡𐀴𐀛𐀊 (po-ti-ni-ja) (Αθανα ποτνία: εικάζεται ότι ήταν το όνομα προελληνικής θεάς). Ο Σαντρέν (Chantraine) πιστεύει ότι πρόκειται για μινωική θεότητα που συνδέεται με τη θεά των όφεων που προστάτευε το ανάκτορο.
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ἈθηνᾶCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

