Greek Wiktionary account
Source-reportedΓερβάσιος < υστερολατινική Gervăsĭus < παλαιά άνω γερμανική gēr (δόρυ) < δυτική πρωτογερμανική *gaiʀ < πρωτογερμανική *gaizaz (δόρυ) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰoysós (μυτερό ραβδί, δόρυ) + λατινική vassus (υπηρέτης) < γαλατική *wassos (νεαρός άνδρας, ακόλουθος) < πρωτοκελτική *wastos (υπηρέτης)
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΓερβάσιοςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q108146986CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

