Greek Wiktionary account
Source-reportedΓιακουμής < (άμεσο δάνειο) βενετική Giacomo < υστερολατινική Iacomus < λατινική Iacobus < ελληνιστική κοινή Ἰάκωβος < Ἰακώβ < εβραϊκή יעקב (Yaʿăqōḇ)< עקב (φτέρνα, ίχνος)
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΓιακουμήςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

