Greek Wiktionary account
Source-reportedΓραικός < ελληνιστικό αντιδάνειο: (άμεσο δάνειο) λατινική Graecus < αρχαία ελληνικά Γραικός, άγνωστης ετυμολογίας. Κατά τον Αριστοτέλη ήταν κάτοικοι της Δωδώνης, όπως και οι Σελλοί. Ο Γεώργιος Χατζιδάκις τους τοποθετεί στην Τανάγρα της Βοιωτίας (στη Γραῖα), και στην Ιταλία ως αποίκους, που πρώτοι αυτοί ήρθαν σε επαφή με τους Ιταλούς.
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΓραικόςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

