Meaning in the sources
Source-reportedMeaning: “watchful, vigilant”
Γρηγόρης < Γρηγόριος < ελληνιστική κοινή Γρηγόριος < γρηγορέω / γρηγορῶ < αρχαία ελληνική ἐγρήγορα, παρακείμενος τού ἐγείρω < πρωτοελληνική *egéřřō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)
Sources for this account (4)
- Greek Wiktionary: ΓρηγόρηςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q42709343CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15
- Wiktionary: GregoryCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q922983CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

