Greek Wiktionary account
Source-reportedἸούνιος < (άμεσο δάνειο) λατινική Iunius, μήνας του ρωμαϊκού ημερολογίου < Iuno (η θεά Ήρα]) Δείτε τη μεσαιωνική λέξη Ἰούνιος.
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ἸούνιοςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

