Greek Wiktionary account
Source-reportedΛέλα < συντόμευση και διπλασιασμός του φθόγου [l] για το Ελένη, ή και άλλα ονόματα με -έλα / γενική ενικού του αρσενικού Λέλας
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΛέλαCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q97932925CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

