Greek Wiktionary account
Source-reportedΛένη <... του Ελένη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;:* το επώνυμο < γενική ενικού του αρσενικού Λένης
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΛένηCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

