Greek Wiktionary account
Source-reportedΛίτσα < περικοπή υποκοριστικών θηλυκών ονομάτων με θέμα που λήγει σε -λ+-ίτσα, όπως Βαγγελίτσα. Δείτε και Νίτσα, Πίτσα, Ρίτσα
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΛίτσαCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

