Greek Wiktionary account
Source-reportedΜόνα < από γυναικεία ονόματα σε διάφορες γλώσσες, όπως Monica / Monika (Μόνικα), Ramona (Ραμόνα), Simona (Σιμόνα, Σιμόνη) κ.ο.κ. / γενική ενικού του αρσενικού Μόνας
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΜόναCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q98557409CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

