Greek Wiktionary account
Source-reportedΝαϊρί < άμεσο δάνειο από την αρμενική Նաիրի (Nairi) ή Նայիրի (Nayiri), ποιητική ονομασία της Αρμενίας < ακκαδική 𒆳𒆳𒈾𒄿𒊑 (mātāt [KUR.KUR] Na-i-ri), «η γη/χώρα των Ναϊρί», περιοχή στα αρμενικά υψίπεδα, που οριοθετείται περίπου μεταξύ του σημερινού Ντιγιάρμπακιρ και της λίμνης Βαν της Τουρκίας και των εδαφών δυτικά της λίμνης Ούρμια του Ιράν.
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΝαϊρίCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

