Greek Wiktionary account
Source-reportedΌσκαρ < κύριο όνομα Oscar και Oskar και στην Ισλανδία Askar < ίσως από τη λέξη oskar (οσκάρ) που σήμαινε το θεϊκό δόρυ των σκανδιναβικών λαών
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΌσκαρCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

