Greek Wiktionary account
Source-reportedΠειθαγόρας < + ἀγορ(ά) + -ας • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΠειθαγόραςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q117487196CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

