Greek Wiktionary account
Source-reportedΠέλοψ < (παρωνύμιο) πέλοψ· ο καθηγητής Γεωργακάς πιθανολογεί προέλευση από αμαρτύρητη μυκηναϊκή λέξη. Μορφολογικά αναλύεται σε αρχαία ελληνικά πελός + (ἡ) ὤψ· πρώτη γνωστή καταγραφή του ονόματος στη Ραψωδία Β΄ της Ιλιάδας του Ομήρου. Κυριολεκτικά: αυτός που έχει μαυριδερή όψη.
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΠέλοψCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

