Greek Wiktionary account
Source-reportedΠολύκαρπος < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή Πολύκαρπος < αρχαία ελληνική πολύς + καρπός
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΠολύκαρποςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q87407796CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

