Greek Wiktionary account
Source-reportedΣεργιανός < λατινική Sergianus ( < Sergius), που σημαίνει «του Σεργίου» #:*→ δείτε το όνομα Σέργιος # Σεργιανός < Σεργιανή < Συργίνα < Συραγίνα < Σύρα + ίνα #:*→ δείτε το όνομα Στεργιανός
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΣεργιανόςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

