Greek Wiktionary account
Source-reportedΣόφη < χαϊδευτικό του Σοφία (με επίδραση ξενικών παρόμοιων ονομάτων που προέρχονται από το Σοφία π.χ. Sophie)
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΣόφηCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q98534781CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

