Greek Wiktionary account
Source-reportedΘανασάκης < Θανάσ(ης) + υποκοριστικό επίθημα -άκης → και δείτε τη λέξη Αθανάσιος
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΘανασάκηςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wikidata Q97999202CC0-1.0 · retrieved 2026-10-15

