Greek Wiktionary account
Source-reportedΒέλλα < Bella • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε; / γενική ενικού του αρσενικού Βέλλας
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΒέλλαCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

