Greek Wiktionary account
Source-reportedΒίκη: περικοπή του Βασιλική κατά το αγγλικό χαϊδευτικό:: < (άμεσο δάνειο) αγγλική Vicky, με απολοποίηση ορθογραφική, υποκοριστικό του Victoria < → δείτε λατινική victoria
Sources for this account (1)
- Greek Wiktionary: ΒίκηCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

