Etymology in the sources
Source-reportedΒλάσιος ήδη τον 6ο αιώνα < από παρωνύμιο (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Βλάσιος < λατινική Blasius < λατινική blaesus (τραυλός) < ίσως προέλευση από αρχαία ελληνική βλαισός. Δεν σχετίζεται με τις λέξεις βλαστός και Βαλάσιος ή Βαλάσης.
Sources for this account (2)
- Greek Wiktionary: ΒλάσιοςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15
- Wiktionary: ΒλάσιοςCC-BY-SA-4.0 · retrieved 2026-10-15

